Πλούσια κηδεία.

Ήσουν φτωχός, σαν λάζαρος,

Ξένος, απ τους λευτάδες,

Κουβάλαγες, εδώ κεκεί,

Βοηθόντας τις κυράδες,

Ψώνια πραμμάτιες πήγενες,

Κήσουν θεληματάρης.

Πάντα, ξυπόλτος, κουρελής,

Και μεροκαματιάρης.

Ένα πρωί τον βρήκανε,

Το μπάρμπα πεθαμένο,

Θέλησαν να τον θάψουνε,

Σαν όλους τον καημένο.

Τα μαγαζιά τον γνώριζαν,

Κοι έμποροι τον ξέρουν,

Και νεκροφόρα ζήτησαν,

Απ τις αρχές να φέρουν.

Κιαπό το δήμο απάντησαν,

Ρίξτε τον σένα κάρο,

Ξέρομε, τέτια έχετε,

Μαμάξι να τον πάρω;

Τίμιος εργάτης ήτανε,

Δεν έβλαψε κανένα,

Να πάει με ταζήτητα,

Και τα λισμονιμένα;

Τάχασαν αγανάχτησαν,

Βάλαν απ τα λεφτά τους.

Τον φρόντισαν σαν άρχοντα,

Αυτόν, με την καρδιά τους.

Τον πλήναν, τον ξυρίσανε,

Καλά τον εστολίσαν,

Κιότι δεν είχε ζωντανός,

Για πάντα του ταφήσαν.

Μαύρο κουστούμι του έντισαν,

Φορούν παπούτσια φίνα,

Λουστρίνια, που δεν τάχε δει,

Ούτε και στη βιτρίνα.

Μήλησε το φιλότιμο,

Και όλοι ρεφενέ,

μια ζηλευτή του κάνανε,

Κηδεία, μα το ναι.

Φέρετρο, πήραν δρύινο,

Εκεί ναναπαυτεί,

Αυτός οπού κοιμότανε,

έξω, κιόπου βρεθεί.

Και νεκροφόρα η πιο καλή,

Τον πήγαν με πομπή,

Στο δημαρχείο πλήρωσαν,

Και φιλαρμονική.

Στόμα με στόμα, τόμαθε,

Και πλάκωσε ο ντουμιάς,

Και γιόμισεν η εκκλησιά,

Κη σκάλα μονομιάς.

Του φέραν και επίσκοπο, με όλους τους παππάδες,

Στεφάνια από τακριβά,

Τοποθετούν αράδες.

Κη χορωδία γληκόφωνα,

Αιώνια είπε μνήμη,

Κουράστηκε, κυπέφερε,

ασ ευρει την γαλήνη.

Πένθιμα η φιλαρμονική,

Έπεζε εμβατήρια,

Άλλα είναι βλέπεις των αρχών,

Και του λαού κριτήρια.

Κέκλεισε όλη η αγορά,

Για την ακολουθία,

Στον ποιο φτωχό, Τι πλούσια

του κάνανε κηδεία.

Βρέθηκε και ο δήμαρχος,

Μπορούσε αλλιώς να κάνει,

Που νάξερες, τέτοια τιμή,

Πως θάχες, μπάρμπα γιάννη.

άκου! με κάρα τους φτωχούς,

Κάπου να τους πετάνε,

Κιόσους πεθαίνουν με λευτά,

Αξίζει να τιμάνε;

Διακρίσεις, και στο θάνατο,

Που τόδανε γραμμένο,

Τούτον τον στίχο ξέρω εγώ,

Κιαπάλλους ειπομένο.

Ανοίξετε τα μνήματα,

Τα κόκκαλα σκορπίστε,

Τον πλούσιο απ τον φτωχό,

Θα δούμε αν θα γνωρίστε.

Φώτης, ο νυχτόβιος,

Φίλος σας, ισόβιος.

Σκέψεις μου,Με κάποιο μέτρο,

Νατις πείτε και στον πέτρο.

Πλούσια κηδεία.

Ήσουν φτωχός, σαν λάζαρος,

Ξένος, απ τους λευτάδες,

Κουβάλαγες, εδώ κεκεί,

Βοηθόντας τις κυράδες,

Ψώνια πραμμάτιες πήγενες,

Κήσουν θεληματάρης.

Πάντα, ξυπόλτος, κουρελής,

Και μεροκαματιάρης.

Ένα πρωί τον βρήκανε,

Το μπάρμπα πεθαμένο,

Θέλησαν να τον θάψουνε,

Σαν όλους τον καημένο.

Τα μαγαζιά τον γνώριζαν,

Κοι έμποροι τον ξέρουν,

Και νεκροφόρα ζήτησαν,

Απ τις αρχές να φέρουν.

Κιαπό το δήμο απάντησαν,

Ρίξτε τον σένα κάρο,

Ξέρομε, τέτια έχετε,

Μαμάξι να τον πάρω;

Τίμιος εργάτης ήτανε,

Δεν έβλαψε κανένα,

Να πάει με ταζήτητα,

Και τα λισμονιμένα;

Τάχασαν αγανάχτησαν,

Βάλαν απ τα λεφτά τους.

Τον φρόντισαν σαν άρχοντα,

Αυτόν, με την καρδιά τους.

Τον πλήναν, τον ξυρίσανε,

Καλά τον εστολίσαν,

Κιότι δεν είχε ζωντανός,

Για πάντα του ταφήσαν.

Μαύρο κουστούμι του έντισαν,

Φορούν παπούτσια φίνα,

Λουστρίνια, που δεν τάχε δει,

Ούτε και στη βιτρίνα.

Μήλησε το φιλότιμο,

Και όλοι ρεφενέ,

μια ζηλευτή του κάνανε,

Κηδεία, μα το ναι.

Φέρετρο, πήραν δρύινο,

Εκεί ναναπαυτεί,

Αυτός οπού κοιμότανε,

έξω, κιόπου βρεθεί.

Και νεκροφόρα η πιο καλή,

Τον πήγαν με πομπή,

Στο δημαρχείο πλήρωσαν,

Και φιλαρμονική.

Στόμα με στόμα, τόμαθε,

Και πλάκωσε ο ντουμιάς,

Και γιόμισεν η εκκλησιά,

Κη σκάλα μονομιάς.

Του φέραν και επίσκοπο, με όλους τους παππάδες,

Στεφάνια από τακριβά,

Τοποθετούν αράδες.

Κη χορωδία γληκόφωνα,

Αιώνια είπε μνήμη,

Κουράστηκε, κυπέφερε,

ασ ευρει την γαλήνη.

Πένθιμα η φιλαρμονική,

Έπεζε εμβατήρια,

Άλλα είναι βλέπεις των αρχών,

Και του λαού κριτήρια.

Κέκλεισε όλη η αγορά,

Για την ακολουθία,

Στον ποιο φτωχό, Τι πλούσια

του κάνανε κηδεία.

Βρέθηκε και ο δήμαρχος,

Μπορούσε αλλιώς να κάνει,

Που νάξερες, τέτοια τιμή,

Πως θάχες, μπάρμπα γιάννη.

άκου! με κάρα τους φτωχούς,

Κάπου να τους πετάνε,

Κιόσους πεθαίνουν με λευτά,

Αξίζει να τιμάνε;

Διακρίσεις, και στο θάνατο,

Που τόδανε γραμμένο,

Τούτον τον στίχο ξέρω εγώ,

Κιαπάλλους ειπομένο.

Ανοίξετε τα μνήματα,

Τα κόκκαλα σκορπίστε,

Τον πλούσιο απ τον φτωχό,

Θα δούμε αν θα γνωρίστε.

Φώτης, ο νυχτόβιος,

Φίλος σας, ισόβιος.

Σκέψεις μου,Με κάποιο μέτρο,

Νατις πείτε και στον πέτρο.

Πλούσια κηδεία.

Ήσουν φτωχός, σαν λάζαρος,

Ξένος, απ τους λευτάδες,

Κουβάλαγες, εδώ κεκεί,

Βοηθόντας τις κυράδες,

Ψώνια πραμμάτιες πήγενες,

Κήσουν θεληματάρης.

Πάντα, ξυπόλτος, κουρελής,

Και μεροκαματιάρης.

Ένα πρωί τον βρήκανε,

Το μπάρμπα πεθαμένο,

Θέλησαν να τον θάψουνε,

Σαν όλους τον καημένο.

Τα μαγαζιά τον γνώριζαν,

Κοι έμποροι τον ξέρουν,

Και νεκροφόρα ζήτησαν,

Απ τις αρχές να φέρουν.

Κιαπό το δήμο απάντησαν,

Ρίξτε τον σένα κάρο,

Ξέρομε, τέτια έχετε,

Μαμάξι να τον πάρω;

Τίμιος εργάτης ήτανε,

Δεν έβλαψε κανένα,

Να πάει με ταζήτητα,

Και τα λισμονιμένα;

Τάχασαν αγανάχτησαν,

Βάλαν απ τα λεφτά τους.

Τον φρόντισαν σαν άρχοντα,

Αυτόν, με την καρδιά τους.

Τον πλήναν, τον ξυρίσανε,

Καλά τον εστολίσαν,

Κιότι δεν είχε ζωντανός,

Για πάντα του ταφήσαν.

Μαύρο κουστούμι του έντισαν,

Φορούν παπούτσια φίνα,

Λουστρίνια, που δεν τάχε δει,

Ούτε και στη βιτρίνα.

Μήλησε το φιλότιμο,

Και όλοι ρεφενέ,

μια ζηλευτή του κάνανε,

Κηδεία, μα το ναι.

Φέρετρο, πήραν δρύινο,

Εκεί ναναπαυτεί,

Αυτός οπού κοιμότανε,

έξω, κιόπου βρεθεί.

Και νεκροφόρα η πιο καλή,

Τον πήγαν με πομπή,

Στο δημαρχείο πλήρωσαν,

Και φιλαρμονική.

Στόμα με στόμα, τόμαθε,

Και πλάκωσε ο ντουμιάς,

Και γιόμισεν η εκκλησιά,

Κη σκάλα μονομιάς.

Του φέραν και επίσκοπο, με όλους τους παππάδες,

Στεφάνια από τακριβά,

Τοποθετούν αράδες.

Κη χορωδία γληκόφωνα,

Αιώνια είπε μνήμη,

Κουράστηκε, κυπέφερε,

ασ ευρει την γαλήνη.

Πένθιμα η φιλαρμονική,

Έπεζε εμβατήρια,

Άλλα είναι βλέπεις των αρχών,

Και του λαού κριτήρια.

Κέκλεισε όλη η αγορά,

Για την ακολουθία,

Στον ποιο φτωχό, Τι πλούσια

του κάνανε κηδεία.

Βρέθηκε και ο δήμαρχος,

Μπορούσε αλλιώς να κάνει,

Που νάξερες, τέτοια τιμή,

Πως θάχες, μπάρμπα γιάννη.

άκου! με κάρα τους φτωχούς,

Κάπου να τους πετάνε,

Κιόσους πεθαίνουν με λευτά,

Αξίζει να τιμάνε;

Διακρίσεις, και στο θάνατο,

Που τόδανε γραμμένο,

Τούτον τον στίχο ξέρω εγώ,

Κιαπάλλους ειπομένο.

Ανοίξετε τα μνήματα,

Τα κόκκαλα σκορπίστε,

Τον πλούσιο απ τον φτωχό,

Θα δούμε αν θα γνωρίστε.

Φώτης, ο νυχτόβιος,

Φίλος σας, ισόβιος.

Σκέψεις μου,Με κάποιο μέτρο,

Νατις πείτε και στον πέτρο.

________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση