Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019 - 09:40
Στις 14 Ιουλίου…. Το ιστολόγιο ελάχιστα έχει ασχοληθεί με τη γαλλική επανάσταση του 1789, μεταξύ άλλων επειδή οι περισσότεροι σχολιαστές ήταν αγέννητοι τότε. Καθώς σήμερα έχουμε την επέτειο της Άλωσης της Βαστίλλης, που σηματοδοτεί την επανάσταση, σκέφτηκα να βάλω ένα κομμάτι από το αφήγημα του Ερίκ Βουγιάρ «14η Ιουλίου», στο οποίο είχα αναφερθεί σε πολύ πρόσφατο άρθρο του ιστολογίου. Διάλεξα, κάπως ιδιόρρυθμα, να παρουσιάσω όχι ένα ολόκληρο κεφάλαιο αλλά το τέλος του κεφαλαίου «Το Αρσενάλ» και την αρχή του επόμενου κεφαλαίου «Η κινητή γέφυρα». Όπως θα δείτε, στο πρώτο μέρος του αποσπάσματος που παρουσιάζω, παρουσιάζεται ο Ζαν Ροσινιόλ, τότε άγνωστος νέος, που εξελίχθηκε σε στρατηγό της επανάστασης για να πεθάνει εξόριστος στον Ινδικό ωκεανό. Για να προλάβω τυχόν ερώτημα, η γέφυρα Ροσινιόλ στα Σεπόλια δεν νομίζω να έχει πάρει το όνομά της από τον Γάλλο επαναστάτη. Αλλά από πού εχει πάρει το όνομά της; Rossignol στα γαλλικά θα πει αηδόνι. Κάποιοι λένε ότι η γέφυρα ονομάστηκε έτσι από το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ που βρισκόταν στην περιοχή μετά τον πόλεμο. Η Βικιπαίδεια πάλι γράφει ότι η γέφυρα πήρε το όνομά της από τον Γάλλο Σομπλάν Ροσινιόλ, που ζούσε στην Αθήνα και ήταν μέλος της παρέας που ίδρυσε τον Ατρόμητο Περιστερίου. Ο Ροσινιόλ, λέει, πολύ αγαπητός στους φίλους του, αυτοκτόνησε το 1936 πέφτοντας από αυτή τη γέφυρα η οποία στη συνέχεια ονομάστηκε έτσι από τους κατοίκους της περιοχής. Ωστόσο, όπως πειστικά επισημαίνει σεπολιώτικο ιστολόγιο, το άρθρο της Βικιπαίδειας δεν δίνει καμία πηγή, ούτε υπάρχει πουθενά ίχνος του μυστηριώδους Γάλλου διανοούμενου ποδοσφαιριστή. Από την άλλη, το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ δεν βρίσκεται και τόσο κοντά στη γέφυρα Ροσινιόλ. Οπότε, το όνομα της γέφυρας παραμένει μυστήριο αν και προσωπικά βρίσκω πιθανότερη την εκδοχή του κέντρου διασκέδασης. Στο ιστολόγιο συνηθίζεται να ξεστρατίζει η συζήτηση στα σχόλια -σήμερα, κατ’ εξαίρεση, ξεστράτισε ήδη από τον πρόλογο του άρθρου! Αφού μου συγχωρέσετε το ξεστράτισμα αυτό, ας δούμε τι γράφει ο Ερίκ Βουγιάρ (ή Βυιγιάρ, αν προτιμάτε) για τον Ζαν Ροσινιόλ και τους επαναστατες συντρόφους του και τα όσα έγιναν στις 14 Ιουλίου 1789. ……… Την ίδια στιγμή ο Ζαν Ροσινιόλ ανεβαίνει την οδό Σεντ-Αντουάν. Όλα τα μαγαζιά είναι τώρα κλειστά. Μαζί του ο Πιζό, γλύπτης, ο Πιερόν, μαραγκός, ο Φοσάρ, ωρολογοποιός, ο Τιριόν, εβενουργός, και ο Ρουσό, φανοκόρος. Προχωρούν κατά μήκος της εκκλησίας των Ιησουιτών, του σημερινού Σεν-Πολ, πηδούν απ’ το ’να σκαλοπάτι του αναβάθρου στ’ άλλο όταν ένας πυροβολισμός απ’ τη Βαστίλλη θερίζει κάποιον. Το πλήθος σκορπίζει προς την οδό ντε Μπαλέ, κρύβονται πίσω απ’ την κρήνη Σεντ-Κατρίν. Σιωπή. Q νεαρός ήταν ταχυδρόμος. Δεν γνωρίζουμε τ’ όνομά του. Τα ονόματα είναι εκπληκτικά. Και το Ροσινιόλ [αηδόνι] είναι στ’ αλήθεια ένα από τα εκπληκτικότερα όλων. Γεννήθηκε φτωχός στη συνοικία Σεντ-Αντουάν, ο μικρότερος απ’ τα πέντε παιδιά της οικογένειας. Σε ηλικία δέκα ετών ο Ζαν Ροσινιόλ μπήκε κάπου μαθητευόμενος. Τέσσερα χρόνια αργότερα άφηνε την πρωτεύουσα για το Μπορντό, με σκοπό να μπαρκάρει. Μάταια. Τον προσέλαβε ένας χρυσοχόος που τον απέλυσε οκτώ μέρες αργότερα και έκτοτε άλλαζε συνέχεια δουλειές. Πέρασε ο καιρός· κατατάχθηκε στον στρατό και οκτώ χρόνια αργότερα τον εγκατέλειψε για να ασχοληθεί και πάλι με το επάγγελμα του χρυσοχόου. Στις 12 Ιουλίου 1789, καθώς κάνει βόλτα στην Μπελβίλ, μπαίνει κατά τις έξι σ’ ένα κρασοπουλειό. Ετοιμάζεται ν’ αρχίσει τον χορό όταν ξαφνικά εμφανίζονται κάποιοι που διαδίδουν ότι γκρεμίζουν τα τείχη και τα καίνε. Οι μουσικοί φεύγουν. Κάποιοι αναποδογυρίζουν τα τραπέζια μέσα σε μια τρομερή σύγχυση. Βγαίνει έξω. Περπατάει για καμιά ώρα ώσπου ξεμεθάει. Του αρέσει να περπατάει τη νύχτα στην πόλη, να κατεβαίνει την οδό Φομπούρ ντυ Ταμπλ σαν να κατρακυλάει σε μια απόκρημνη πλαγιά μέσα του, καπνίζοντας, αναπνέοντας, αναμοχλεύοντας κάθε σκέψη του. Συναντάει μικρές διάσπαρτες ομάδες. Κάποιος φωνάζει: «Ζήτω η Τρίτη Τάξη!». Ήταν η πρώτη του επαφή με την Επανάσταση. Αργότερα, το χωριατόπαιδο αυτό θα γίνει στρατηγός επί Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης. Μετά την πτώση του Ροβεσπιέρου, θα περάσει ένα χρόνο στη φυλακή. Εκεί θα γράψει τα απομνημονεύματά του, των οποίων η πρώτη φράση, «Γεννήθηκα σε μια φτωχή οικογένεια», είναι από μόνη της μια καινοτομία. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τα αντίστοιχα του Λα Ροσφουκώ που αρχίζουν ως εξής: «Πέρασα τα τελευταία χρόνια της πρωθυπουργίας του καρδινάλιου Μαζαρίνου στην απραξία που φέρνει συνήθως η δυσμένεια…». Ή του καρδινάλιου ντε Ρετζ, στα οποία η φράση «Κυρία, όσο μεγάλος και αν μπορεί να είναι ο δισταγμός μου στο να σας διηγηθώ την ιστορία της ζωής μου…» εισάγει κομψά τις χίλιες και πλέον σελίδες τους. Αλλά προς το παρόν ο Ροσινιόλ δεν είναι στη στενή γράφοντας τα απομνημονεύματά του, δεν είναι ακόμα στρατηγός, δεν τον έχει ακόμα εξορίσει από το Παρίσι ο Βοναπάρτης, δεν έχει ακόμα συρθεί από φυλακή σε φυλακή, ούτε έχει εκτοπιστεί στις Κομόρες, δεν έχει προσβληθεί από εκείνο τον πυρετό που θα τον σκοτώσει μέσα σε λίγες μόνο μέρες, αφού πρώτα τον καθηλώσει στο αχυρόστρωμά του παρέα με συντρίμματα αναμνήσεων. Για την ώρα, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας εργατάκος που πηγαίνει από καπηλειό σε καπηλειό. Αλλά νάτον τώρα που προχωράει προσεκτικά αποφεύγοντας τα πυρά στην οδό Σεντ-Αντουάν, μπροστά απ’ το μέγαρο ντε Μαγιέν. Η κραυγή που τον καλούσε δυο μέρες νωρίτερα στον δρόμο και στην οποία ανταποκρίθηκε ξύπνησε κάτι μέσα του και σφράγισε το πεπρωμένο του. Στο εξής οι δύο λέξεις Τρίτη Τάξη γι’ αυτόν και τους ομοίους του θα σημαίνουν ο φτωχός εναντίον του πλούσιου, το σύνολο του έθνους εναντίον μιας χούφτας προνομιούχων, όπως θα γράψει ο ίδιος στο μπουντρούμι του πέντε χρόνια αργότερα. Σε μια γκραβούρα εποχής ο Ζαν Ροσινίόλ έχει ένα θλιμμένο βλέμμα, τον διακρίνει κάτι γλυκό και ευγενικό. Είναι ακόμα νέος, αλλά δεν είναι πια ο εργατάκος στον δρόμο για τη Βαστίλλη, μάλλον είναι ήδη στρατηγός. Μια κάποια κατήφεια ή απογοήτευση σκοτεινιάζει το βλέμμα του, σαν ήδη να ήξερε ότι το τέλος δεν θα ήταν γαλήνιο, σαν να ένιωθε ότι ο κόσμος θα έπαιρνε μιαν άλλη ρότα, ότι οι προσδοκίες του θα προδίδονταν. Λένε ότι ο λαός των φτωχών προαστίων αρνιόταν να παραδεχτεί τον θάνατό του δεκατρία χρόνια αργότερα. Στα καπηλειά της Μπελβίλ και του Πορσερόν οι πολυλογάδες πλάθουν ιστορίες: ο Ροσινιόλ το ’σκάσε απ’ τις Κομόρες, είναι αρχηγός ενός σκοτεινού, ατίθασου λαού πέρα μακριά στην Αφρική. Κάπως έτσι επέζησε στη μνήμη. Αλλά τη 14η Ιουλίου αυτός που βαδίζει προς το φρούριο δεν είναι φάντασμα, δεν φοράει ακόμα φτερά στο καπέλο, η ρεντιγκότα του δεν είναι ραμμένη με χρυσή κλωστή, τα μαλλιά του δεν τα έχουν ταλαιπωρήσει οι κουρείς. Είναι είκοσι εννέα ετών, είναι νέος, αναμαλλιασμένος, πιστεύει μόνο στις επιθυμίες του. Εκείνο το πρωί στην οδό Σεντ-Αντουάν το στήθος του φλέγεται, οι ιδέες τον κατατρώγουν. Ρίχνει μια ματιά δεξιά, κάνει νόημα στους κανονιέρηδες ότι το πεδίο είναι ελεύθερο. Διασχίζουν την οδό ντυ Πετί-Μυσκ. Ο Κλοντ Σολά, λίγο πιο πέρα, καταφθάνει στο Αρσενάλ. Τους χωρίζουν τριακόσια μέτρα απόσταση. Δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Η κινητή γέφυρα Η οδός Σεντ-Αντουάν διεμβολίζει τη Βαστίλλη. Μοιάζει με τεράστιο πολιορκητικό κριό που ετοιμάζεται να την εκπορθήσει. Η πόλη συρρέει απ’ όλες τις μεριές. Ταμπουρώνονται πίσω από κάθε πόρτα της οδού ντε Ραμπάρ, κάτω απ’ όλα τα δέντρα της μεγάλης αλέας του Αρσενάλ, πίσω από κάθε σωρό με ξύλα της οδού ντε Μαρέ. Τη Βαστίλλη την αγκαλιάζει η ανθρωπότητα. Δεν πρόκειται όμως για καλοκάγαθες ορδές που πάνε σε ζωοπανήγυρη και επιστρέφουν, είναι ένα πλήθος οπλισμένο με λόγχες, σούβλες, σκουριασμένα σπαθιά, δικράνια, παλιοσουγιάδες, παλιοντούφεκα, δόρατα και κατσαβίδια. Τα όπλα στραφταλίζουν μέσα σε μια απίθανη οχλοβοή. Η έφοδος ξεκίνησε από παντού και πουθενά, και με ντουφεκίδι και με πετροβόλημα. Οι ιαχές έπαιξαν κι αυτές τον ρόλο τους. Οι βλαστήμιες, επίσης. Ήταν ένας μέγας πόλεμος χειρονομιών και λέξεων. Το κινούμενο, εκφραστικό πλήθος πετούσε πέτρες και παλιά καπέλα. Προκαλούσε φριχτό σαματά, όπου κυριαρχούσαν oι βωμολοχίες. Τους στρατιώτες και την τάξη που εκπροσωπούσαν τούς στόλιζαν με όλα τα δυνατά επίθετα: σκατοκερατάδες, σκατόβλαχοι, καθίκια, σκατιάρηδες, κλανιάρηδες, κουράδες και οτιδήποτε έχει σχέση με σκατά οποιουδήποτεχρώματος, κόκκινα, μπλε, κιτρινωπά. Όλες αυτές τις βρισιές μάλιστα τις εκτόξευαν κοροϊδευτικά. Και ξαφνικά ακούστηκε ένας ακόμα πυροβολισμός κάπου από ψηλά στους πύργους. Όπως και το πρωί, έτρεξαν όλοι να προστατευτούν, με πρόσωπα καταϊδρωμένα. Ένας άντρας σερνόταν στο έδαφος στη μέση της αυλής. Στηρίχτηκε για λίγο στον αγκώνα του και βόγκηξε. Πίσω απ’ τις πόρτες, κάτω απ’ τα πρόστεγα, το πλήθος άρχισε να βγάζει έναν πνιχτό ρόγχο που ανέβαινε προς τα τείχη· έμοιαζε να έρχεται από τους εγκαταλειμμένους δρόμιους, απ’ τις άδειες πλατείες. Ο τραυματίας κειτόταν ακίνητος, με τα μακριά του μαύρα μαλλιά. Ο ήλιος τόνιζε το αίσθημα της απελπισίας. Σε λίγο το μουρμουρητό ακουγόταν πιο καθαρά, το πλήθος επαναλάμβανε ρυθμικά με φωνή βαριά: «Δολοφόνοι! Δολοφόνοι!». Άρχισαν μαζικά να ξεμυτίζουν απ’ τα υπόστεγα· μικρές ομάδες έβγαιναν απ’ τη σκιά και φώναζαν όλο και πιο δυνατά: «Δολοφόνοι!». Ο λόγος δεν αφήνει ίχνη, αλλά σπέρνει τον όλεθρο στις καρδιές. Θυμόμαστε για όλη μας τη ζωή μια λέξη, μια φράση που μας άγγιξε. Στο εσωτερικό του φρουρίου οι στρατιώτες έκαναν πίσω, σαν ένα μικρό κύμα που υποχωρεί. Δοκίμασαν ένα τρομερό αίσθημα μοναξιάς. Τα υγρά, μαύρα τείχη πλέον δεν τους προστάτευαν· τους φυλάκιζαν. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, δεν μπορούμε να καταλάβουμε πια τίποτα. Oι τόποι τρεκλίζουν, ο χρόνος πεθαίνει. Όλα εξελίσσονται ραγδαία. Ένας νεαρός μπακάλης παρατηρεί πως θα μπορούσαν εύκολα να φτάσουν στον περίδρομο, στην κορυφή του τείχους της αντικρήμνου. Αυτός ο διάδρομος έκανε ένα γύρο όλη την τάφρο· απ’ αυτόν μπορούσε κανείς να πηδήξει στην Αυλή του Φρουραρχείου. Ο Ζαν-Αρμάν Πανετιέ, αυτό είναι το όνομά του, θα μας αφήσει μια μικρή περιγραφή τού τι έκανε εκείνη τη μέρα για να βυθιστεί και πάλι, αμέσως μετά, στη λήθη. Αλλά εκείνη τη στιγμή, την Τρίτη 14 Ιουλίου, γίνεται η σπίθα που θα πυροδοτήσει το μπαρούτι. Καθώς είναι ψηλός, παίρνει θέση με πλάτη στο τείχος και με τις παλάμες του κάνει σκαλοπατάκι στους άλλους για να ανέβουν. Ο αμαξοποιός Τουρνέ ανεβαίνει πρώτος. Φοράει μπλε γιλέκο. Είναι είκοσι ετών. Τον ακολουθούν άλλοι οκτώ με δέκα. Περνούν πάνω από ένα παράπηγμα που χρησιμεύει ως αποθήκη ενός καπνοπώλη. Το πλήθος τούς μιλάει, γελάει, τους ενθαρρύνει. Γίνεται απίστευτο πανδαιμόνιο. Ο Τουρνέ σκαρφαλώνει στη στέγη του Φρουραρχείου. Φίλοι του τον καλούν, ο αέρας φουσκώνει το γιλέκο του. Θέλω να ελπίζω, να φαντάζομαι, ότι εκείνη τη στιγμή , εκεί, μπροστά στα μάτια όλων, ο αμαξοποιός Λουί Τουρνέ ήταν ο εαυτός του και μόνο, πραγματικά, σε μια τέλεια, βαθιά σχέση με το είναι του. Αυτό θα κράτησε ελάχιστα. Μερικά χορευτικά βήματα πάνω σε μια κεραμοσκεπή. Μια σειρά από ντεμπουλέ, με το κεφάλι ελεύθερο, ψηλά, ύστερα μια εναλλαγή από ζετέ, πι-κέ, μέχρι και πιρουέτες. Ή μάλλον όχι, ήταν πολύ αρ-γά βήματα, μικρά γκλισάντ, πα ντε σα. Ξαφνικά, ο Τουρνέ, κάτω απ’ τον απέραντο ουρανό, μέσα στο γκρι και το μπλε φως, τα ξεχνάει όλα. Ο χρόνος, για μια στιγμή, πεθαίνει μέσα του. Τρεκλίζεί κοντά σε μια καμινάδα. Όλοι τρέμουν μην πέσει. Κάθεται ανακούρκουδα στην εσωτερική επικλινή πλευρά της στέγης, τα κεραμίδια τού καίνε τα χέρια· δεν διακρίνεται πια. Είναι μόνος. Η Αυλή του Φρουραρχείου είναι άδεια, μπροστά του. Τη στιγμή αυτή είναι απλώς μια σκιά, μια σιλουέτα. Οι στρατιώτες στους πύργους τον κοιτάζουν. Πηδάει στην αυλή. Εκεί είναι ακόμα πιο μόνος. Εκτελεί ένα παράξενο καθήκον. Κανείς δεν ξέρει από τι είναι φτιαγμένη η ελευθερία, με ποιο τρόπο κατακτιέται η ισότητα. Ο Λουί Τουρνέ, ο αμαξοποιός, ο εικοσάχρονος νεαρός, πέρασε στην άλλη πλευρά της ζωής. Δεν είναι ωστόσο τίποτα περισσότερο από ένα κομματάκι του πλήθους που έπεσε εκεί, μόνο του, στην Αυλή του Φρουραρχείου. Η αυλή είναι φαρδιά, τρομακτικά φαρδιά. Τον Τουρνέ τον διαπερνά ένα ρίγος. Tι ζητάω εδώ; αναρωτιέται. Κάνει μερικά βήματα στα χαλίκια. Και ίσως, παρά τον θόρυβο, ν’ ακούει τα πέλματά του να τρίζουν στο έδαφος των βασιλέων. Δεξιά του, το Μέγαρο του Φρουραρχείου, το έχουν εγκαταλείψει οι στρατιώτες. Τα κτίρια είναι έρημα. Λες και ήταν πάντοτε άδεια. Απέναντι η λεωφόρος της Μεγάλης Αυλής, το πέρασμα που πηγαίνει στην τελευταία κινητή γέφυρα· αυτός ο μικρός διάδρομος οδηγεί απ’ το Παλαιό Καθεστώς κάπου αλλού. Μόλις διανύσεις τον ισθμό, μόλις περπατήσεις αυτή τη λεπτή, στρωμένη με πέτρα λωρίδα, στην άκρη της οποίας βρίσκεται η κλειδαμπαρωμένη πόρτα του φρουρίου, βλέπεις μονάχα μια μαύρη τρύπα. Ένας σύντροφός του πηδάει κι αυτός με τη σειρά του. Είναι δύο τώρα. Ο τύπος που μόλις έπεσε από τον ουρανό λέγεται Ομπέν Μπονεμέρ, τον συναντήσαμε ήδη λίγο πριν να συντρέχει τον διαπραγματευτή Τυριό όταν τον είχε στριμώξει το πλήθος μπροστά στη Βαστίλλη. Ο Ομπέν κατάγεται απ’ το Σομύρ. Είναι τριάντα έξι ετών. Ο πατέρας του είναι μαουνιέρης. Ζούσε κοντά στον Λίγηρα, παρακολουθούσε τους αμμοσύρτες που μετατοπίζονται κάθε χρόνο, τις ομίχλες που ροκανίζουν τις όχθες. Αλλά δεν είναι μόνο ο Λουί και ο Ομπέν που το παίζουν ακροβάτες, υπάρχουν οκτώ ή δέκα ακόμα ουσάροι σ’ αυτή τη στέγη. Πρέπει να δίνουμε τη δέουσα προσοχή σ’ αυτές τις αμυδρές παρουσίες, στα περιγράμματα, τα προφίλ, σ’ αυτούς τους εκφραστικούς τρόπους που χρησιμοποιεί κάθε αφήγηση για να καθοδηγήσει τον αναγνώστη της. Ας τους κρατήσουμε κοντά μας ακόμα για λίγο, αυτούς τους οκτώ ή δέκα άλλους, με τη βοήθεια μίας προσωπικής αντωνυμίας, σαν να ’ταν φιλαράκια, αφού κι αυτοί τρέχουν στη στέγη, ενδεχομένως κάνουν εξυπνάδες, χορεύουν μπροστά στον ορίζοντα. Ο Τουρνέ είναι στην αυλή και από κει και πέρα εκείνοι χάνονται, τους εγκαταλείπουμε οριστικά, δεν θα τους ξαναδούμε ποτέ. Είναι σαν τα ανθρωπάκια του Μπρύγκελ, σαν εκείνους τους παγοδρόμους που βλέπουμε κάπου μακριά, ήδη απ’ όταν ήμασταν παιδιά, οικείες σκιές που διακρίνονται στο βάθος του πίνακα πάνω στον πάγο. Δημιουργούν ωστόσο, μέσα απ’ την καταχνιά τους, μιαν εντύπωση αντανάκλασης. Νιώθουμε πιο κοντά σ’ αυτούς παρά σ’ εκείνους που ο ζωγράφος έστησε σε πρώτο πλάνο. Αυτές τις σιλουέτες περιεργαζόμαστε, αυτές προσπαθούν να φανταστούν τα μάτια μας, αυτές νοτίζει η ομίχλη. Και αν τυχόν ονειρευτούμε, μόνο αυτές υπάρχουν πια. Advertisements https://sarantakos.wordpress.com/2019/07/14/14juillet/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
