Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019 - 09:40

Η καταπαχτή (από τα απομνημονεύματα του Τάκη Μπενά)


Πλήρης ημερών και αγώνων έφυγε τις προάλλες από τη ζωή ο σ. Τάκης Μπενάς. 
Γεννημένος στον Πειραιά το 1925 συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από την 
ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ, καταδικάστηκε σε θάνατο στον εμφύλιο, έμεινε 12 χρόνια στις 
φυλακές ως το 1960, οπότε δραστηριοποιήθηκε στη νεολαία ΕΔΑ και το 1964 ανέλαβε 
γραμματέας της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Καταδικάστηκε και πάλι, αυτή τη 
φορά σε ισόβια από τη χούντα, και έμεινε στα Γιούρα ως τον Ιούλιο του 1974. Στη 
διάσπαση του 1968 τάχθηκε με το ΚΚΕ εσωτ. και στη συνέχεια με το ΚΚΕ εσ-Α.Α. 
Πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της εφημερίδας Εποχή και ήταν ιδρυτικό μέλος του 
ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω καλά τον Τάκη Μπενά, παρόλο που είμαστε… 
συναπόφοιτοι, αφού βγάλαμε κι οι δύο την Ιωνιδειο στον Πειραιά. Ήμουν άλλωστε 
με το ΚΚΕ τότε. Μια φορά που χρειαζόμουν κάτι λεξιλογικό για την εποχή της 
απελευθέρωσης του είχα τηλεφωνήσει και με βοήθησε.

Ο φίλος Βασίλης Παπαστεργίου ανέβασε στο Φέισμπουκ ένα απόσπασμα από το βιβλίο 
του Τάκη Μπενά «Της Κατοχής», που κυκλοφόρησε το 1990 από το Θεμέλιο, που 
δείχνει από τι πέρασε εκείνη η γενιά. Μια και δεν υπάρχει στο Διαδικτυο, το 
ψηφιοποιώ και το παρουσιάζω σήμερα, εις μνήμην.

Θυμίζω επίσης ότι στις 2μμ έως τις 4μμ στον σταθμό Στο Κοκκινο 105.5 θα 
ακουστούν αποσπάσματα από μεγάλη συνέντευξη που είχε δώσει το 2012 ο Τάκης 
Μπενάς στον Αλέξη Βάκη και τον Αντώνη Φράγκο.

.

Η ΚΑΤΑΠΑΧΤΗ

Όθωνας Κουλίζος. Το πραγματικό του όνομα και καλή του ώρα, όπου κι αν 
βρίσκεται. Ένα ψηλό αδύνατο παιδί, Μανιάτης γνήσιος, μαυριδερός, επονίτης στη 
Χαλκηδόνα της Κοκκινιάς. Στο σπίτι του, σ’ αυτή τη γειτονιά, κοιμήθηκα το βράδυ 
της 16 Αυγούστου του 44. Την άλλη μέρα, στις δεκαεφτά θα συνεδρίαζε εκεί το 
Συμβούλιο της ΕΠΟΝ του Πειραιά. Στις έξι το πρωί θα ’βγαινα σε ραντεβού στην 
Αμφιάλη, να συναντήσω μια πρώτη ομάδα από τρεις που θα μπαίνανε μέσα στο σπίτι. 
Ανησυχούσα που δεν μπήκε αποβραδίς άλλος ένας που περιμέναμε. Δεν ήρθε. Ευτυχώς.

Στις 5.30 το πρωί ήπιαμε ένα ζεστό από τα χέρια της μάνας του Όθωνα κι έφυγα 
εγώ για το ραντεβού μου. Ερημιά στο δρόμο ακόμα. Περπατούσα μάλλον χαρούμενος 
από την ευχάριστη πρωινή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού. Ουρανός γαλανός, διάφανος 
και προπαντός… αμόλυντος. Μπροστά μου, καμιά τρακοσαριά μέτρα, βάδιζε ένας 
εργάτης που τράβαγε για το εργοστάσιο. Θυμάμαι μόνο μια φιγούρα σκυφτή, με την 
τραγιάσκα στο κεφάλι και το απαραίτητο ντενεκεδάκι του συσσιτίου στο χέρι. 
Πλησιάζοντας προς τα σύνορα, εκεί που τελειώνει η Κοκκινιά κι αρχίζει το 
Κερατσίνι, σε μια περιοχή ολότελα ακατοίκητη τότε, τουλάχιστον στη βορεινή της 
πλευρά που άρχιζαν οι πλαγιές του βουνού, άκουσα την πρώτη ντουφεκιά. 
Ντουφέκιά, όχι πιστολιά. Κοντοστάθηκα λίγο, ενώ ο εργάτης συνέχιζε να βαδίζει 
μπροστά. Η δεύτερη ντουφεκιά τον έριξε χάμω. Η ματιά μου έπιασε το συννεφάκι 
του καπνού και προσδιόρισε τη θέση απ’ όπου έρχονταν οι βολές. Ήταν μπροστά και 
δεξιά μου πάνω σ’ ένα ύψωμα, στον Κοκκινόβραχο. Και αμέσως μετά κάποιες πρώτες 
ηλιαχτίδες που πέφτανε εκεί γυάλισαν πάνω στα κράνη. Γερμανοί. Φαίνεται πως τα 
αντανακλαστικά μου λειτούργησαν σωστά. Αντί να πέσω χάμω για προφύλαξη, 
κινήθηκα προς τα πίσω, στον ίδιο δρόμο, στον πλατύ ασφαλτοστρωμένο δρόμο που 
έρχονταν από το Πέραμα στην Κοκκινιά. Έτσι δεν ακούστηκε τρίτη ντουφεκιά. 

Γύρισα στο σπίτι. Κάποιοι άνθρωποι ήταν κιόλας ανήσυχοι στο δρόμο. Μπήκα μέσα 
και προτού προλάβω να πω τα δικά μου, άκουσα το μαντάτο. Μπλόκο. Είχανε 
ακουστεί τα χωνιά στη διπλανή γειτονιά κι όπου να ’ναι θα ’ρχονταν και προς τα 
δω. Σε πέντε λεπτά ακούστηκαν καθαρά: «Όλοι οι άντρες από δεκαπέντε μέχρι 
εξήντα χρόνων να παρουσιαστούν στην πλατεία. Όποιος βρεθεί μέσα σε σπίτι θα 
εκτελείται επί τόπου». Τόμπολα! Αυτό ήταν. Βρεθήκαμε στη φάκα. Κι εγώ ξένος, 
όχι Κοκκινιώτης. Σίγουρος χαμός αν πάω στην πλατεία. Σίγουρος κι αν μείνω και 
με βρουν στο σπίτι. Άσε που θα την πλήρωναν και οι νοικοκυραίοι. Προσπαθώντας 
να πάρω μίαν απόφαση, άκουσα τον γερο-Κουλίζο να λέει στο γιο του και σε μένα:

—Δε θα πάτε πουθενά. Θα σας κρύψω εγώ. Εμένα δε με πειράζουν, γέρος είμαι και 
σακάτης.

Ήτανε 64 χρονών και ανάπηρος στο ένα πόδι. Έσυρε το τραπέζι στην άκρη της 
κάμαρας, σήκωσε το χαλί και γονατιστός στο γερό του πόδι τράβηξε το αόρατο από 
τη σκόνη καπάκι της καταπαχτής.

—Χωθείτε μέσα, μας λέει, και τσιμουδιά.

Χωθήκαμε. Δηλαδή μπρούμυτα, στα τέσσερα, αφου το ύψος της δεν πέρναγε τους 
ογδόντα ποντους. Σουρθηκαμε μακριά από το άνοιγμα, σαν φοβισμένα ζωντανά. Μας 
ειχε πιαστεί η ανάσα που έμελλε να γίνει και η αγκούσα μας. Μια πνιχτή υγρασία 
βασίλευε εκεί μέσα. Είχαμε μπει στα θεμέλια του σπιτιού.. Λιγοστό φως έμπαινε 
σ’ αυτόν τον ταφο που όταν συνήθισαν τα μάτια στο σκοτάδι, κατάλαβα πως πέρναγε 
από μια αυτοσχέδια μικρή μικρή τρυπημένη λαμαρίνα, κάτι σαν παραθυράκι που 
έβλεπε πίσω στην αυλή του σπιτιού. Παλιά μαστορική, για να αερίζονται τα 
θεμέλια των σπιτιών. Αυτό το φωτάκι ήταν μια παρηγοριά. Μια σχέση με τη ζωή, 
έτσι καθώς βρεθήκαμε θαμμένοι ζωντανοί. Δεν κράτησε πολύ. Μια γλάστρα που 
μετακίνησαν τα χέρια της μάνας του ‘Οθωνα για να κρύψει την τρύπα, μισόσβησε το 
λιγοστό φως κι έκανε πιο δύσκολη την ανάσα. Σε λίγο σουρθήκαμε προς τα κει για 
ν’ ανασάνουμε. Βάζαμε με τη σειρά πότε ο ένας, πότε ο άλλος, το στόμα μας κοντά 
στις τρύπες της λαμαρίνας και ρουφούσαμε αέρα, ν’ ανακουφίσουμε τα πνευμόνια 
μας που άρχισαν να καίνε. Πόση ώρα πέρασε έτσι δεν ξέραμε. Σιγά σιγά συνηθίσαμε 
σ’ αυτή την κατάσταση -και τι δε συνηθίζει ο άνθρωπος- και ο νους μας έτρεχε 
στα γεγονότα. Μιλάγαμε με νοήματα και χείλια χωρίς φωνή. Τι να γίνεται τώρα 
στην πλατεία, να σώθηκαν άλλα παιδιά, τους άλλους τι θα τους κάνουνε, θα τους 
σκοτώσουνε ή ομήρους στη Γερμανία. Ετούτο το βουητό από τις σκέψεις χειροτέρεψε 
τα πράγματα και φαίνεται πως κοντοζυγώνοντας το μεσημέρι, εμείς βρεθήκαμε πια 
στην κόλαση. Δεν περιγράφεται εύκολα. Ήτανε μια παραζάλη, ένα αβάσταχτο πράμα 
που σκοτείνιαζε το νου. μια σκέτη λιγοθυμιά μέσα στην πλήρη σιωπή. Και ξαφνικά 
«λυτρωθήκαμε» από τον πυρετό. Οι μπότες των Γερμανών ακούστηκαν βαριές πάνω από 
τα κεφάλια μας. Είχανε μπει στο σπίτι. Κάνανε έρευνα. Τους νιώθαμε, τους 
μετράγαμε, έπρεπε να ‘ναι τέσσερις-πέντε. Ακούγαμε και τον απόηχο από τα 
γαβγίσματά τους. Αναπνοή τέρμα. Και κείνη τη λίγη την κρατήσαμε μέσα μας. 
Σκεφτόμουνα πως κάπως έτσι είναι η αίσθηση του μελλοθάνατου. Πόσο κράτησε; Τρία 
λεπτά, όχι παραπάνω. Για το ρολόι. Για μας βάραιναν σαν τρεις ώρες. Η ησυχία 
που ακολούθησε μας έκανε να βγάλουμε τον αέρα από μέσα μας και να 
κοντανασαίνουμε σαν τα βόδια στο χωράφι. Νόμιζα πως θα πεθάνω, θα σβήσω. Έτσι 
τις θυμάμαι αυτές τις στιγμές, την ώρα που το κουτσό πόδι του γερο-Κουλίζου 
ακουστηκε καθαρά από πάνω μας και σε λίγο άνοιξε την καταπαχτή, γελώντας ο 
αθεόφοβος και μας είπε «Λάζαροι βγάτε έξω». Έτσι μας είπε και είχε δίκιο. Η 
μάνα του Όθωνα μας κοίταξε και τρόμαξε καθώς βγαίναμε απάνω. Κάτι στις φάτσες 
μας δεν πήγαινε καλά. Μας έβαλε να ξαπλώσουμε, μας έφερε νερό και θερμόμετρο. 
Γιατί άραγες θερμόμετρο; Το ‘νιωσε φαίνεται μόνη της. Τριάντα οχτώ και τρία 
παρακαλώ εγώ και τριάντα οχτώ και πέντε ο Όθωνας. Κάποιος γιατρός, πολύ 
αργότερα, στις φυλακές του εμφυλίου, μου ελεγε πως ήτανε πυρετός της δύσπνοιας. 
Μπορεί. Εγώ ξέρω πως δε μ’ εμπόδισε να πέσω σαν λύκος σε μια ζεστή σούπα με 
μπομπότα. Έφαγα δυο πιάτα, κάπνισα και ένα τσιγαράκι, χειροποίητο στούκας και 
άρχισα να ρωτάω τι γίνεται έξω. Οι πληροφορίες θολές ακόμα. Ακούστηκαν και 
ντουφεκιές και μια γειτόνισσα τους είπε πως κάψανε και σπίτια. Μάχη λοιπόν, και 
μεις εδώ μέσα σαν τα ποντίκια. Δεν πρόλαβα να πολυεπαναστατήσω κι ακούστηκαν 
φωνές στη γειτονιά. « Έρχονται. Έρχονται οι τσολιάδες». Νάτος ο θανάσιμος 
κίνδυνος. Μέσα σ’ ένα λεπτό είχαμε ξανακατρακυλήσει μέσα στην καταπαχτή. Από 
πάνω το τραπέζι ξανάμπαινε να μας σκεπάσει και μεις πάλι στην αγκούσα. Οι 
τσολιάδες. Πολύ επικίνδυνο είδος, πονηροί, θα ψάχνανε, μπορεί να μας βρίσκανε. 
Τι θυμάμαι σήμερα απ’ αυτές τις στιγμές; Δυο βιώματα, που μένουν στη μνήμη στα 
σαράντα πέντε χρόνια που πέρασαν. Δέος και Οργή ανάκατα. Ένα ελαφρό σσστ! του 
Όθωνα με ξάφνιασε και μ’ επανέφερε στην τάξη. Φαίνεται πως μεσα στον πυρετό και 
το θυμό μου είχα αρχίσει να σιγοψιθυρίζω στίχους. Τους θυμάμαι. Ήτανε Βάρναλης… 
«ένας δεν είμαι μα χιλιάδες, όχι μονάχα οι ζωντανοί, κι οι πεθαμένοι μ’ 
ακολουθάνε, σε μιαν αράδα σκοτεινή…».

Ο Όθωνας έβαλε το δάχτυλο στα χείλη του, σημάδι σιωπής, άκρατης σιωπής κι εγώ 
άρχισα τότε μέσα μου να τραγουδάω Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα. Αυτο το θυμάμαι 
τέλεια. Το είπα όλο το τραγούδι ώς το τέλος, έτσι σιωπηλός και θαμμένος, όσο 
από πάνω μας ακούγονταν οι τσολιάδες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι και στην αυλή. 
Ένιωθα έτοιμος τωρα για κείνο το «θα εκτελείται επί τόπου». Ειλικρινά, εκείνη 
την ώρα ούτε που μ’ ένοιαζε. Δεν ήταν το θάρρος της άγνοιας, του «θα περάσει κι 
αυτό». Ήτανε μάλλον η ψυχολογία του καλοδεχούμενου τέλους, «τον όρκο τετέλεκα», 
κάτι τέτοιο. Αλλη μια φορά -μια παρόμοια φορά αργότερα- ένιωσα το ίδιο 
συναίσθημα. Περιγράφεται με μια μόνο λέξη: ηρεμία. Μια ήρεμη αναμονή.

Όταν βγήκαμε από την καταπαχτή, αργά το απόγευμα, αντικρίζοντας το σπίτι, τους 
ανθρώπους και τα φοβερά μαντάτα από το μπλόκο, εκείνη η ηρεμία χάθηκε ολότελα. 
Χύμηξαν τα καινούρια συναισθήματα και με ζώσανε. Ένιωθα μιαν απέραντη αγάπη και 
ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς τους ανθρώπους που μου χάρισαν τη ζωή στα δεκαεννιά μου 
χρόνια και ταυτόχρονα λύπη ανείπωτη και πίκρα για το μεγάλο χαμό.

Τους φίλησα, με φίλησαν και ξεκίνησα για κάτω, για να βγω από την Κοκκινιά προς 
τον Πειραιά, προς τη Λευτεριά. Μια πορεία μέσα στο θρήνο και στο χάος. Μέσα σε 
χιλιάδες γυναίκες που κλαίγανε και καταριόντουσαν τους φονιάδες. Κανένας δεν 
ήξερε ακόμα όλα όσα γενήκαν αυτή τη μέρα, δεκαεφτά Αυγούστου του 1944, στο 
μεγάλο μπλόκο της Κοκκινιάς. Το συναπάντημα με το Χάρο, πενήντα μέρες πριν την 
απελευθέρωση.

Πολύ αργότερα θα έρχονταν οι σκέψεις για την αξιολόγηση της ανθρώπινης ζωής, 
της Θυσίας. Τώρα ήτανε το χρέος. Έτσι, βγήκα βαδίζοντας από την Παλιά Κοκκινιά 
προς τα Καμίνια. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήτανε εφτά παρά πέντε. Έπρεπε να βαδίσω 
πιο γρήγορα. Στις εφτά ακριβώς είχα ένα ραντεβού στο τσαγκαράδικο της οδού 
Δωδεκανήσου.

Οθωνα, αν ζεις, καλημέρα.

Advertisements
https://sarantakos.wordpress.com/2019/06/23/mpenas/

 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση